ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΜΑΣ – ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ – ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΓΓΑΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ –

Ότι και να πούμε εμείς σήμερα,για τους ήρωες που θυσίασαν την ζωή τους για εμάς, είναι λίγο μιας και ήμαστε ”λίγοι” μπροστά τους. Μήπως όμως δεν μας έχει δοθεί ακόμα η ευκαιρία να γράψουμε με την θυσία μας, μία ακόμα χρυσή σελίδα στην ιστορία του Έθνους μας;
Ελπίζουμε η ιστορία να μας δώσει την ευκαιρία και ο Θεός την δύναμη να φανούμε αντάξιοι των νεκρών ηρώων μας και να γίνουμε και εμείς Ήρωες στην ιστορία των αγέννητων Ελλήνων.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Στις 3 Ιουνίου του 2007 ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ομίλησε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας.
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ – ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΓΓΑΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ
Ομιλία επί τη 100ή επετείω της δι` απαγχονισμού δολοφονίας του εθνομάρτυρος Τέλλου Αγρα
 και του επίσης εθνομάρτυρος Αντωνίου Μίγγα

Αγαπητοί μου,
Είμαστε σήμερα όλοι εδώ, στην όμορφη Εδεσσα, ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ως Ελληνες, δια να μνημονεύσουμε τους εθνομάρτυρας Μακεδονομάχους Σαράντο Αγαπηνό, ή Τέλλο Αγρα και Αντώνιο Μίγγα, να διδαχθούμε, να νιώσουμε υπερηφάνεια εθνική και να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής τους. Επεσαν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος στα αιματοποτισμένα αυτά άγια χώματα, γιατί πίστεψαν ότι τα προβλήματα στη Μακεδονία μπορούν να λυθούν, με βάση την ιστορική αλήθεια, ειρηνικά και εκουσίως εβάδισαν τον δρόμο του μαρτυρίου και του θανάτου, όταν αντελήφθησαν την παγίδα που τους είχε στηθεί από τους ανέντιμους αντιπάλους τους. Είμαστε σήμερα όλοι εδώ ενωμένοι κάτω από την ευλογία του Θεού και της Εκκλησίας Του για την απότιση του χρέους της μνήμης και της αλήθειας, έναντι δύο Ελλήνων ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα, επειδή πιστεύουμε ότι η συντήρηση της ιστορικής μνήμης δεν αποτελεί παραχώρηση στη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό, αλλ’ είναι ευλαβικό κερί, που τονίζει την ευγνωμοσύνη μας προς τους εθνικούς μας ήρωες και τονώνει το ηθικό και πατριωτικό μας φρόνημα.
Είμαστε στην Εδεσσα, η οποία κατά τον Droysen ήταν η κοιτίδα των Ελλήνων της Μακεδονίας. Εγραψε ο μέγας αυτός ιστορικός σχετικά: ” Τρεις αδελφοί Ηρακλείδαι εκ του εν Αργει βασιλικού γένους των Τημενιδών απήλθον προς βορράν εις την Ιλλυρίαν και έπειτα προχωρήσαντες εις την άνω Μακεδονίαν κατώκησαν εις την Εδεσσαν, παρά τους ορμητικούς καταρράκτας, δι’ ων τα ύδατα καταρρέουσιν εις την ευρείαν και παράκτιον πεδιάδα”. ( J.G. Droysen ” Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου” Εκδ. Τρ. Πίστεως, 1988, Τόμ. Α’ σελ. 70). Και με το πέρασμα των αιώνων η Εδεσσα παρέμεινε ελληνικοτάτη. Στις αρχές του 20ού αιώνα και ειδικότερα το 1904 ο επιτετραμμένος της Ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Γ. Τσορμαντζόγλου χαρακτηρίζει την Εδεσσα ως “αληθή Ακρόπολιν του ελληνοφώνου ελληνισμού της Κεντρικής Μακεδονίας” και “πολύτιμον προπύργιον του διαμερίσματος Βοδενών”. Και κατά την ίδια εποχή γράφοντας ο γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Μ. Παγιαρές σημειώνει ότι η ελληνικότητα της περιοχής αποδεικνυόταν από το κοινό εθνικό αίσθημα των κατοίκων της, τα κοινά ήθη και έθιμα, τη γλώσσα, την ευστροφία του πνεύματος τους και τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά. (Μ. Παγιαρές “Η Μακεδονική θύελλα – Τα πύρινα χρόνια 1903-1907”, Εκδ. “Τροχαλία”, 1994, σελ. 255).
Είμαστε όλοι εδώ, στη Μακεδονία, από όπου ξεκίνησε ο Μέγας Αλέξανδρος και διοχέτευσε σε όλη την Οικουμένη τον Ελληνικό Πολιτισμό, ο οποίος έγινε το όχημα του Ευαγγελισμού των λαών, με τη διάδοση του κηρύγματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και των Αποστόλων, με τη διατύπωση των Δογμάτων της Εκκλησίας μας και με την έκφραση της Πίστεως μας από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Αλέξανδρος είναι ο μεγαλοφυής και ανδρείος Ελληνας, από του οποίου την πανελλήνια εκστρατεία προέκυψε “ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας” ( Κων. Καβάφη “Στα 200 π.χ.” ποίημα. Μιχ. Περάνθη “Μεγάλη Ελληνική Ποιητική Ανθολογία, Τόμ. Α’ σελ. 368). Αυτούς, τους προικισμένους Ελληνες της Μακεδονίας, οφείλει όλη η ανθρωπότητα να ευγνωμονεί, τονίζει ο Νίκολας Χάμοντ ( Νικ. Χάμοντ “Το θαύμα που δημιούργησε η Μακεδονία”, Εκδ. Παπαδήμα, σελ. 406-407). Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν έπαυσε να είναι το πρότυπο του ήρωος για όλες τις γενιές των Ελλήνων έως και σήμερα. Στο πέρασμα των αιώνων κληρικοί και λαϊκοί, μιλούσαν πέραν του Κυρίου μας και των Αγίων, και για τον Μέγα Αλέξανδρο, ως παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει ο Ελληνας με τις ικανότητες του, και για τη δόξα που γνώρισε επί των ημερών του ο Ελληνισμός. Τον ανέφερε στα κηρύγματα του, κατά τα σκοτεινά χρόνια της οθωμανικής δουλείας, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς και τον είχε ως πρότυπο του ο Ρήγας ο Βελεστινλής. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στην Ευρώπη έγινε στην Μακεδονία. Αυτή τη Μακεδονία, της οποίας την ιστορία και το όνομα επιδιώκουν να σφετεριστούν αλλότρια γένη, με την ανοχή των χωρίς μνήμη και πνεύμα δικαιοσύνης ισχυρών του κόσμου τούτου. Αλήθεια πόσο αδικούν την Ιστορία και τον εαυτό τους ορισμένοι, που δεν διστάζουν να παραχαράσσουν την ιστορία ως προς τον ένδοξο στρατηλάτη. Η εξοργιστική τους τακτική όμως δεν μπορεί να αμαυρώσει τη θυσία εκείνων που έδρασαν με βάση τα ιδανικά τους και άνοιξαν τους ορίζοντες του Ελληνισμού, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος.
Οι Μακεδονομάχοι Τέλλος Αγρας και Αντώνης Μίγγας, όπως και άλλοι ήρωες, αγωνίστηκαν κι έπεσαν για να διασώσουν τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. Και όλοι ήσαν πιστά τέκνα της Εκκλησίας. Το ίδιο που ήσαν οι ήρωες της Εθνικής Παλιγγενεσίας, οι ήρωες της Ηπείρου, οι Ηρωες της Κρήτης, οι ήρωες του πολέμου του 40, οι ήρωες της ΕΟΚΑ. Όλοι τους είχαν βιώσει τα ιδανικά της Ορθοδοξίας και του Εθνους, πίστευαν σ’ αυτά, πολέμησαν γι’ αυτά και πολλοί έπεσαν υπερασπίζοντας τα. Μην κοιτάτε σήμερα που εν ανέσει ορισμένοι έχουν την από αυτούς τους ήρωες δοσμένη δυνατότητα να απαρνούνται την Πατρίδα, να αλλοιώνουν την Ιστορία και να υβρίζουν και να συκοφαντούν την Εκκλησία. Η Ελλάδα δεν θα ήταν αυτή που είναι σήμερα αν δεν δρούσε η Εκκλησία, αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ήρωες κι αν πολλοί από αυτούς δεν θυσιάζονταν στον βωμό του καθήκοντος. Και οφείλομε να υπογραμμίσουμε ότι στον Μακεδονικό Αγώνα δεν συμμετέσχον μόνο οι Ελληνες της Μακεδονίας και της Θράκης, αλλά όλος ο Ελληνισμός, με πρώτους τους Κρήτες, τους Μανιάτες, τους άλλους Πελοποννησίους, τους Κυπρίους, τους Ηπειρώτες, τους Θεσσαλούς, και τους Στερεοελλαδίτες.
Και από της θέσεως αυτής οφείλω να επαινέσω το λαό της Μακεδονίας και όλο τον Ελληνικό λαό, γιατί είναι κοντά στην Εκκλησία και με ευγνωμοσύνη αναγνωρίζει ότι κύριος και καίριος ήταν ο ρόλος της και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Εξάλλου αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, άσχετα αν ορισμένοι από εμπάθεια ή από αθεϊστική και αντιχριστιανική ιδεολογία κινούμενοι την αποκρύπτουν, ή την διαστρέφουν. Στον Τόμο του ΓΕΣ, ο οποίος επιγράφεται ” Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα” τονίζεται χαρακτηριστικά ότι “εάν δεν υπήρχον οι φωτισμένοι ιεράρχαι της εποχής του Μακεδονικού Αγώνος δια να καθοδηγήσουν, να εμψυχώσουν και να οργανώσουν τους πιστούς εις το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο Μακεδονικός Ελληνισμός θα είχε εξαφανισθεί από της εποχής προ του έτους 1903” (Εκδ. Δ/νσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήναι, 1979, σελ. 97 κ.ε.). Εντός της Εκκλησίας διαφυλάχθηκε ακμαία η Ορθόδοξη Πίστη, η εθνική συνείδηση και διατηρήθηκε η εθνική γλώσσα μας. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία με μοναδικά εφόδια την αίγλη της ηθικής της επιβολής ως πανορθοδόξου κέντρου και το μεγαλείο της Ελληνικής Παιδείας κατόρθωσε να συγκρατήσει το ποίμνιο της, παρόλα τα αιματηρά πλήγματα που εδέχθη.
Αλλά και η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έμεινε απαθής μπροστά στη δοκιμασία των εκτός των συνόρων του ελεύθερου κράτους Ελλήνων. Όταν η Ιερά Σύνοδος πληροφορήθηκε ότι η Βουλγαρική Κυβέρνηση βιαιοπραγούσε σε βάρος των Ελλήνων που διέμεναν εις την Ανατολική Ρωμυλία, με την πρόφαση εκδηλώσεως αγανάκτησης κατά των Ελλήνων της Μακεδονίας, οι οποίοι αμύνονταν για τα δίκαια τους, απέστειλε δια του αειμνήστου προκατόχου μας Θεοκλήτου Α’ του Μηνόπουλου επιστολή προς τον Προκαθήμενο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, με την οποία ζητούσε να παρέμβει στη βρετανική κυβέρνηση ” όπως τεθή τέρμα εις περαιτέρω δολοφονίας και διαρπαγάς, εγκολαπτούσας ύβριν εις την εποχήν καθ’ ήν ζώμεν”. (Νεοκλ. Καζάζη “Το Μακεδονικόν Πρόβλημα”, Εκδ. “Κυρομάνος”, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 383). Η απάντηση του Αγγλικανού Αρχιεπισκόπου ελήφθη καθυστερημένα και ενώ μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη εν τούτοις στην ουσία απλώς εξυπηρετούσε την πολιτική της Βρετανίας στην περιοχή. Εγραψε ότι η Αγγλικανική Εκκλησία “ουδέποτε ενεργεί εις ζητήματα τα οποία έχουν πολιτικό χαρακτήρα και ότι είναι αδύνατο να ενεργήσει κάτι, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ως δικαιολόγηση των εισβολών σωμάτων εξ Ελλάδος εις το τουρκικό έδαφος”. Εμείς σχολιάζοντας το γράμμα του τότε Αρχιεπισκόπου του Κάντερμπουρι προς τον προκάτοχο μας πρέπει να πούμε ότι πρώτον η παρέμβαση που ζητήθηκε ήταν ανθρωπιστικού και όχι πολιτικού περιεχομένου, ήταν ένα αίτημα να ενεργοποιηθούν τα χριστιανικά του συναισθήματα προς αποτροπή της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βιαιοπραγιών σε βάρος των Ελλήνων. Το δεύτερο που οφείλω να πω είναι ότι η Αγγλικανική Εκκλησία έχει από τότε αλλάξει άποψη και παρεμβαίνει δυναμικά σε ζητήματα που είναι ανθρωπιστικής φύσεως και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και πολιτικά. Όπως λ.χ. στα θέματα του Νταρφούρ, του Ιράκ, του Λιβάνου και άλλα. Και το τρίτο ότι περιέργως ο τότε προκαθήμενος της Αγγλικανικής Εκκλησίας γνώριζε μόνο την “εισβολή” στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των Ελλήνων, που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προστατεύουν τη ζωή των συμπατριωτών τους στη Μακεδονία και αγνοούσε την παρουσία και τις βιαιοπραγίες των Βουλγάρων σε βάρος των Ελλήνων. Να προσθέσουμε ότι η Βρετανία ευνοούσε τότε την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, ή, τουλάχιστο, ένα αυτόνομο εκεί καθεστώς. ( Βλ. British documents on the origins of the war 1898-1914, Τόμος 5ος, σελ. 68). Κι ένα ακόμη αξιόλογο γεγονός, που έχει και σήμερα τη σημασία του. Όσο ήταν ανοικτό το Μακεδονικό ζήτημα ποτέ και ουδείς αναφέρθηκε σε κάποια ιδιαίτερη άλλη εθνότητα, πλην της Ελληνικής, της Βουλγαρικής και των άλλων, Τουρκικής, Αρμενικής, και Εβραϊκής. Το ιδίωμα που μιλούσαν οι γηγενείς, ένα μίγμα διάφορων γλωσσών, το εκμεταλλεύονταν οι Βούλγαροι, ως παραφθορά της ιδικής τους γλώσσας, ενώ οι περισσότεροι που μιλούσαν το ιδίωμα ήσαν φλογερότεροι Ελληνες από τους Ελληνες και το απέδειξαν με τη βοήθεια που προσέφεραν στον Μακεδονικό Αγώνα. Πολλοί μάλιστα ήσαν εκείνοι οι οποίοι μιλούσαν το ιδίωμα και θυσίασαν και την ίδια τη ζωή τους για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία, όπως ο Καπετάν Κώττας.
Για τη διάσωση του Ελληνισμού της Μακεδονίας και την απελευθέρωση της αγωνίσθηκαν και θυσιάστηκαν και οι Τέλλος Αγρας και Αντώνης Μίγγας, τους οποίους τιμάμε σήμερα. Ησαν δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο άνθρωποι που μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα και που τους ένωσε μέχρι και της δι’ απαγχονισμού δολοφονίας τους η αγάπη προς τον Θεό και την Πατρίδα.
Ο Σαράντος Αγαπηνός, που είναι το πραγματικό όνομα του Μακεδονομάχου και ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Τέλλου Αγρα, του Ανδρέου καταγόταν από τους Γαργαλιάνους της Πελοποννήσου, γεννήθηκε το 1880 και μεγάλωσε σε οικογένεια, η οποία είχε προσφέρει στο Εθνος πολλούς αγωνιστές του 1821 και είχε υψηλή θέση στην κοινωνία της τότε ελεύθερης Ελλάδος. Η μία γιαγιά του ήταν της οικογενείας Παπατζώνη, επίσης ηρώων του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, της οποίας γόνος ήταν και ο σημαντικός ποιητής μας Τ. Π. Παπατζώνης. Ήταν η εποχή που όλοι οι Ελληνες, ελεύθεροι και σκλαβωμένοι, ομόγλωσσοι και ετερόγλωσσοι, βίωναν έως τα μύχια της ψυχής τους τη μία εθνότητα και τη μία πίστη, πράγμα που τους έδινε αυτοπεποίθηση, ακεραιότητα φρονήματος και γενναιότητα. Έτσι εξηγείται και το φαινόμενο της εθελοντικής επιστράτευσης Ελλήνων από όλες τις κατευθύνσεις για τη σωτηρία της Μακεδονίας. Ο Παύλος Μελάς και ο Τέλλος Αγρας είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα Ελλήνων της Νότιας Ελλάδας, που ανέβηκαν στη Μακεδονία και αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της, δίνοντας έμπρακτη και θυσιαστική μαρτυρία για την ενότητα του Εθνους. Σ’ αυτό το Γένος πίστευε και ο Τέλλος Αγρας, του οποίου η οικογενειακή καταγωγή και η παιδεία αποτελούσαν θεμελιακό στοιχείο της όλης του προσωπικότητας. «Οι Αγαπηνοί των Γαργαλιάνων ήσαν ντόπιοι. Ο παππούς τού καπετάν Άγρα, ο Αντώνιος Αγαπηνός, ήταν έφορος της επιμελητείας τού Αγώνα τού 1821. Ο αδελφός τού παππού του, ο Διονύσιος Αγαπηνός, ήταν οπλαρχηγός κατά την Επανάσταση. Επικεφαλής 100 Γαργαλιανωτών έλαβε μέρος σε πολλές μάχες εναντίον τών Τούρκων, όπως στα Δερβενάκια, στην εκστρατεία των Αθηνών, στην μάχη πού έγινε στην περιοχή των Παλαιών Πατρών και στην πολιορκία του Νιόκαστου στην Πύλο. Τόσο ο παππούς τού καπετάν Άγρα, όσο και ο αδελφός τού παππού του, υπογράφουν ως δημογέροντες των Γαργαλιάνων σε πλήθος εγγράφων πού βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Και οι δύο προαναφερθέντες Αγαπηνοί ήσαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Ακόμη, τους βρίσκουμε σε ρωσικά αρχεία ως συνδρομητές των Δεκεμβριστών, δηλ. των Ρώσων Επαναστατών του Δεκεμβρίου του 1825. (Αθαν. Τερζάκη «Καπετάν Άγρας, «Νεώτερες απόψεις για την καταγωγή και θυσία του», Ομιλία).
Ο Αγαπηνός ακολουθώντας τα νάματα της οικογενείας του εισήλθε στη Στρατιωτική σχολή των Ευελπίδων και στη συνέχεια πήρε την απόφαση να αμυνθεί για τα δίκαια των Ελλήνων της Μακεδονίας. Λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή Ευελπίδων ζήτησε από τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο να μετατεθή στα σύνορα. Έκπληκτος ο Διάδοχός τον μετέθεσε τον Φεβρουάριο του 1902 στον Τύρναβο, όπου έγινε ήρωας πολλών επεισοδίων με τους απέναντι Τούρκους. Μάλιστα κάποια μέρα εισήλθε στο τουρκικό έδαφος και πήρε πίσω από το φυλάκιο ένα όπλο Γκρας που ανήκε στον Ελληνικό Στρατό και το κρατούσαν οι Τούρκοι από τον ατυχή πόλεμο του 1897. Τον Σεπτέμβριο του 1906 με άδεια των ανωτέρων του περνάει τα σύνορα και μπαίνει στη Μακεδονία, εγκαθίσταται στη Νάουσα και απεκεί μεταβαίνει στο Βάλτο, επίκεντρο συγκρούσεων Ελλήνων και Βουλγάρων. Στη μνήμη του Τέλλου Άγρα, “του ιδανικού ήρωα”, όπως τον χαρακτηρίζει, αφιερώνει η Πηνελόπη Δέλτα το βιβλίο της “Στα μυστικά του βάλτου”, που ακριβώς αναφέρεται στη δράση του, στην προδοσία και στη δολοφονία του, μαζί με τον αχώριστο φίλο του Αντώνη Μίγγα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πούμε δύο λόγια για το Βάλτο. Όταν λέμε Βάλτο, εννοούμε μία τεράστια περιοχή 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων νότια των Γιαννιτσών, την οποία θα έλεγε κανείς ότι τη σχεδίασε η εφιαλτικότερη φαντασία. Λάσπη, πυκνοί καλαμιώνες μαζί με βούρλα και ραγάζι, ψηλό ως δύο μέτρα. Τα φυλλώματα των φυτών ήταν τόσο πυκνά που δεν έβλεπες πέρα από λίγα μέτρα. Η φυτική ζωή μέσα στο Βάλτο ήταν πλούσια. Κουνούπια, ψάρια, χέλια, αλλά και βατράχια και βδέλλες, το κάθε είδος κατά μυριάδες, αποτελούσαν τον πλούτο του βυθού. Νερόκοτες, αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα υδρόβια πουλιά έβρισκαν άσυλο στη λίμνη. Στη δασωμένη ακρολιμνιά λούφαζαν διάφορα αγρίμια, όπως αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι και λύκοι, που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα. Τις φωνές αυτών των ζώων εμιμούντο οι κομιτατζήδες για να συνεννοούνται μεταξύ ξηράς και καλυβών. Ο βούρκος ανέδιδε αναθυμιάσεις αποπνικτικές. Η ζωή μέσα στη λίμνη ήταν πραγματικό μαρτύριο. Φρικτή κόλαση. Το καλοκαίρι οι ελώδεις πυρετοί οργίαζαν. Δεν υπήρχε κάτοικος της λίμνης που να μην έχει προσβληθεί. Έτσι κάθε ατσαλένιος οργανισμός μετά από λίγους μήνες έφευγε απ’; το Βάλτο παίρνοντας στα σωθικά του τη θανατηφόρο ελονοσία και τους ρευματισμούς, που γρήγορα τον οδηγούσαν στο θάνατο ή τον κάρφωναν για πολλά χρόνια στο κρεβάτι του πόνου και της φθοράς. Γι’ αυτό κανένας Μακεδονομάχος, λένε, δεν είχε αντέξει να μείνει στη Λίμνη των Γιαννιτσών πάνω από έξι μήνες, εκτός από τον ντόπιο οπλαρχηγό, τον Καπετάν Γκόνο Γιώτα, που άντεξε μέσα εκεί όλα τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.
Την απέραντη αυτή λίμνη εκμεταλλεύονταν ψαράδες από τα γύρω χωριά. Πήγαιναν εκεί να κόψουν το χρήσιμο ραγάζι. Μ’; αυτό γέμιζαν στρώματα και έφτιαχναν σαμάρια για τα ζώα. Μάζευαν βδέλλες που τις πουλούσαν στο εξωτερικό, για ιατρική, τότε, χρήση, και κυνηγούσαν τις αγριόπαπιες και τά άλλα χρήσιμα ζώα της λίμνης. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο χωριό τους αυθημερόν, έφτιαχναν «πατώματα» μέσα στη λίμνη από δέντρα, χοντρές ρίζες από καλάμια που τα συνέδεε μεταξύ τους με δοκούς και έριχναν επάνω χώμα. Αργότερα, πάνω στα πατώματα έβαζαν πασσάλους και πλέκοντας το ραγάζι έφτιαχναν τοίχους και τριγωνική ή κωνική στέγη. Αυτές ήταν οι «καλύβες». Στο μέσον της καλύβας είχαν φτιάξει και εστία που έκαιγε με υδροχαρή φυτά, που έβγαζαν περισσότερο καπνό παρά φωτιά. Στις καλύβες έφταναν εύκολα με τις πλάβες, τις βάρκες δίχως καρίνα που εύκολα αναποδογύριζαν αλλά μπορούσαν να κινούνται και σε ρηχά νερά χρησιμοποιώντας το πλατσί, ένα ειδικό κουπί. Κάποτε υπήρχε και ένα δεύτερο πλατσί που το χρησιμοποιούσε ο πλαβαδόρος για τιμόνια της πλάβας. Έτσι η λίμνη έγινε και καταφύγιο κάθε κακοποιού στοιχείου, όπως ληστών, φυγοδίκων και λιποτακτών.
Οι Βούλγαροι μετά την αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν, το 1903, καταδιωκόμενοι από τα τουρκικά αποσπάσματα βρήκαν καταφύγιο στη λίμνη. Έτσι ανακάλυψαν και σιγά-σιγά εκτόπισαν τους ψαράδες. Όλος ο γύρω κάμπος καταδυναστευόταν από τους κομιτατζήδες αυτούς, που την ημέρα έβγαιναν και τρομοκρατούσαν τα γύρω χωριά και το βράδυ τρύπωναν στις κρυφές και απόρθητες έως τότε καλύβες τους. Έτσι, σιγά-σιγά αναγκάζονταν οι δυστυχείς αυτοί Έλληνες χωριάτες να δηλώνουν υποταγή στους αδίστακτους κομιτατζήδες, γιατί διαφορετικά αντιμετώπιζαν το δολοφονικό μαχαίρι, τη φωτιά και το δυναμίτη.
Μπροστά στην κατάσταση αυτή το Προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να δράσει μέσα στη λίμνη, στην ίδια τη φωλιά των Κομιτατζήδων. Ο Άγρας, λοιπόν, ανέλαβε να τους εκδιώξει από τον Βάλτο. Προκαλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του, κατάφερε να καταλάβει την περίφημη Καλύβα των Βουλγάρων, γνωστή με το όνομα Κούγκα. Με την βοήθεια του ντόπιου σώματος του καπετάν Γκόνου Γιώτα, πρόσβαλε το Ζερβοχώρι που ήταν το ορμητήριο των Κομιτατζήδων. Στις 14 Νοεμβρίου του 1906, εξορμά για να καταλάβει την κεντρική Βουλγάρικη Καλύβα του Ζερβοχωρίου. Καθώς όμως δεν είχε επαρκή δύναμη για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στις γειτονικές βουλγάρικες καλύβες, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Στην πεισματώδη σύγκρουση, οι απώλειες ήταν τρεις σύντροφοι του Άγρα νεκροί και τρεις τραυματίες, μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του, Τηλιγάδης, καθώς και ο ίδιος ό Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι. Οι νεκροί ήσαν ο Δημ. Μακρακιώτης από την Δωρίδα, ο Γεώργιος Θεμελής από την Καστοριά καί ο Φώτης Τριζόπουλος από την Κουλακιά. Το Κέντρο του Αγώνα, τον καλεί να μεταβεί στή Θεσσαλονίκη προκειμένου να γιατρευθεί από τα τραύματά του. Με δική του ευθύνη παραμένει μόνο 4 ημέρες και κατόπιν επιστρέφει πίσω στο Βάλτο και στα παλληκάρια του. Στις φωτογραφίες που διασώθηκαν από την εποχή εκείνη, βλέπουμε τον Άγρα με τους συντρόφους του στο Βάλτο φορώντας γάντι στο δεξί χέρι γιατί τού έλειπε μία φάλαγγα από το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού του.
Στο Βάλτο η υγεία του έχει βλαφθεί ανεπανόρθωτα. Τον Φεβρουάριο του 1907 το Κέντρο του Αγώνα της Θεσσαλονίκης τον στέλνει στην Νάουσα, απ’ όπου θα συνεχίσει την οργανωτική δουλειά» (Αθαν. Τερζάκης).
Ο Αντώνης Μίγγας ήταν αυτοδημιούργητος Ναουσαίος “τερζής”, δηλαδή γουναροποιός. Εξυπνος επιχειρηματίας είχε αποκτήσει σημαντική περιουσία. Θα μπορούσε να ασχολείται με την επέκταση της επιχείρησης του και να απολαμβάνει τα αγαθά της ευμάρειας και του πλούτου. Όμως εκείνος ήταν ιδεολόγος, αγνός και αυθόρμητος. Εργασία και περιουσία τα έβαζε πολύ χαμηλά στην αξιολόγηση της ζωής του, σε σχέση με την ελευθερία της Μακεδονίας και την ένταξη της στην Μητέρα Ελλάδα. Προσέφερε τεράστιες υπηρεσίες στον Μακεδονικό Αγώνα, ακόμη και την ίδια του τη ζωή, κοντά στον αρχηγό του Τέλλο Αγρα. Τον ακολούθησε στον Γολγοθά του και τον συντροφεύει και μετά θάνατο ακόμη, αφού κοιμούνται μαζί σε τάφους αδελφωμένους, που τους περιβάλλει το ίδιο κιγκλίδωμα. Ο δεσμός της αγάπης, της πιστότητας και της φιλίας των δύο ανδρών έμεινε παροιμιώδης. Μόνο όσοι έχουν υψηλά ιδανικά, όπως είναι αυτά της λατρείας προς τον Θεό και της Φιλοπατρίας, μπορούν να αναπτύξουν τέτοια φιλία ανιδιοτελή και θυσιαστική μέχρι θανάτου.
Το πόσο ανεπτυγμένο ήταν μέσα τους το συναίσθημα προς τον Θεό και την Πατρίδα αποδεικνύουν τα διασωθέντα στοιχεία, από τον φιλόλογο Θεόδωρο Γρηγ. Κανελόπουλο, ο οποίος για να συγγράψει το βιβλίο “Καπετάν Αγρας, Τέλλος Αγαπηνός, Εθνομάρτυς ( 1880-1907)” ( Εκδ. Β’ Αθήνα 2003 )διενήργησε πραγματική ιστορική έρευνα, με επισκέψεις στην εδώ περιοχή της δράσης και της θυσίας των Αγρα και Μίγγα, συνεντεύξεις με τη χήρα του Μίγγα και με πολλούς Μακεδονομάχους και με την πολυχρόνια και επίπονη μελέτη αρχείων. Στο εν λόγω πόνημα του Θεοδ. Κανελοπούλου αναφέρεται η επιστολή την οποία απέστειλε ο Αγρας προς τον θείο του Χρήστο Ταβουλαρίδη την παραμονή της αναχωρήσεως του για την Μακεδονία:
” Αγαπητέ μου θείε, αύριο αναχωρώ δι’ ιστιοφόρου για τον αγώνα δι’ όν προωρίσθην. Εύχομαι να επανέλθω όπως πρέπει και να σας ίδω όλους όπως επιθυμώ. Η σημερινή ημέρα είναι δι’ εμέ η σκληροτέρα και συγχρόνως η γλυκυτέρα τοιαύτη. Δεν υπάρχει γλυκύτερον, υψηλότερον και τιμητικώτερον του να συναισθάνεται τις ότι προώρισε τη ζωή του προς υπεράσπισιν των αδίκως και βαρβάρως καταπατουμένων δικαίων της πατρίδος μας. Εύχομαι ίνα ο Θεός με βοηθήση και με συνδράμη εις τον αγώνα εις τον οποίον αποδύομαι… Σας φιλώ όλους Τέλλος Αγαπηνός”. ( σελ. 66).
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ’ αυτή τη συγκινητικότατη επιστολή; Τη ζωντανή πίστη στο Θεό, που ορίζει των ανθρώπων τα βήματα; την περιπαθή αγάπη του ήρωα για τη σκλαβωμένη Πατρίδα; Την αυθόρμητη και ενθουσιαστική κίνηση του να εγκαταλείψει ως άλλος ιεραπόστολος “πλοία και δίκτυα” για να ακολουθήσει την οδό της θυσίας; την εθελοντική του προσφορά στον βωμό της ελευθερίας, εφαρμόζοντας στη ζωή του ρήση του Κάλβου ότι “θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία”; Τι να επαινέσει κανείς πρώτο και τι δεύτερο στον ήρωα μας; Την φιλοπατρία και τη φιλογένεια, ή την αυτοθυσία και την γενναιότητα; Να μιλήσει κανείς για αυτεπίγνωση και αυτοσυνειδησία χριστιανική και ελληνική, ή για προαποφασισμένη μαρτυρική πορεία προς τη θυσία; Βαριά η παρακαταθήκη και ασήκωτη η κληρονομιά μας. Αυτήν την παρακαταθήκη και αυτή την κληρονομιά, που σήμερα επιχειρούν να οδηγήσουν στον μαρασμό οι ισχυροί του κόσμου τούτου. Αλλά ευτυχώς η ελληνική ψυχή αντιστέκεται και καθήκον δικό μας είναι να την στηρίξουμε και να της ενισχύσουμε τις αντιστάσεις, με όλες μας τις δυνάμεις.
Ο Τέλλος Αγρας κατά τη δράση του στην περιοχή του Βάλτου των Γιαννιτσών δεν παραμελούσε ποτέ τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Συχνά καλούσε τον ιερέα στην καλύβα του για τον εκκλησιασμό και τη Θεία Μετάληψη. Ανήμερα των Θεοφανείων του 1907 είχε πάει στην Κούγκα ο παπα – Νικόλας της Αγίας Μαρίνας για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία και τον αγιασμό στον Αγρα και τα παλληκάρια του. Όμως την ώρα της Θείας Λειτουργίας οι Βούλγαροι τον σκότωσαν. Ο Αγρας συντετριμμένος τον έθαψε κοντά στον τόπο του μαρτυρίου του, αλλά δεν λύγισε και συνέχισε τον αμείλικτο πόλεμο, συνεργαζόμενους με τους πιστούς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κληρικούς και μοναχούς της περιοχής, που όλοι τους ήσαν στόχοι των Βουλγάρων ( αυτ. σελ. 122).
Τη φιλοπατρία του Αντ. Μίγγα αποδίδουν γλαφυρά τα λόγια που είπε στον Θεόδ. Κανελόπουλο η χήρα του Ευγενία: ” Είχαμε μανία να ιδούμε το ελληνικό’ ο άντρας μου φιλούσε το όπλο. Ο Αντώνης ήταν δοσμένος εκεί, άφηνε τη δουλειά του’ κι εγώ ήθελα την ελευθερία, η καρδιά μου πετούσε, ποθούσε η ψυχή μου την ελευθερία …;” (αυτ. σελ. 146). Και η αφοσίωση του στον Αγρα φαίνεται και από τα λόγια πριν από τη θυσία τους. Όταν με την προδοσία και την ατιμία, για την οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω, συνέλαβαν οι Βούλγαροι τον Αγρα και τα παλληκάρια του εκείνος τους ζήτησε να τα αφήσουν ελεύθερα, αφού αυτόν ήθελαν να βασανίσουν και φονεύσουν. Αλλά ο Μίγκας δεν το δέχθηκε, λέγοντας τα συγκινητικά αυτά λόγια: ” Μαζί ήρθαμε, μαζί θα πεθάνουμε, σαν θέλει ο Θεός και όπου θα πεθάνει ο αρχηγός μου, εκεί θα πεθάνω κι εγώ”. Ο Μίγγας γνώριζε, είχε βιώσει το νόημα της ζωής που δεν είναι άλλο από την αγάπη στον Θεό και στον άνθρωπο και ασφαλώς ενώ φαινομενικά ήταν μαρτυρικό το τέλος του, εν τούτοις ήταν μακάριο, χριστιανικό, όπως εξάλλου και του Αγρα.
Οι Αγρας και Μίγγας θυσιάστηκαν επειδή ήθελαν μια Μακεδονία ελληνική απηλλαγμένη από την τυρρανία και Τούρκων και Βουλγάρων. Ήθελαν τον αρχικομιτατζή Ζλατάν να τον φέρουν κοντά τους τώρα που του είχαν αφαιρεθεί όλα τα αξιώματα. Να τον προσεταιριστούν εις την ελληνικήν πλευράν, ώστε να συμβάλλει και αυτός στην δίκαιη λύση του Μακεδονικού ζητήματος. Προηγήθηκαν δηλαδή της εποχής τους κατά 100 χρόνια. Μην ξεχνάμε ότι η Βουλγαρία είναι σήμερα μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και εταίρος της Ελλάδος, είναι μια φίλη χώρα, με την οποία συνεργαζόμαστε άριστα σε όλους τους τομείς. Επίσης με τους αδελφούς Ορθοδόξους Βουλγάρους έχουμε άριστες σχέσεις, κοινές επιδιώξεις και ταυτόσημα οράματα. Τότε όμως τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Ο Άγρας έβλεπε πολύ μπροστά. Ήθελε την ειρήνη μετά δικαιοσύνης και αξιοπρεπείας και όχι την ειρήνη ως πρόσχημα εφησυχασμού και απόλαυσης των ανέσεων. Ο Άγρας πίστευε ακόμη ότι και όσοι ακολουθούσαν στη Μακεδονία τους Βουλγάρους στο βάθος τους ήσαν Ελληνες. Κι ενώ ήταν ανδρείος και με τον αέρα του νικητού μαχητής δεν ήθελε την αιματοχυσία. Κρίνοντας από τον εαυτό του πίστευε ότι και οι άλλοι, που βρίσκονταν απέναντι του, συμμερίζονταν τους οραματισμούς του. Ετσι το καλοπροαίρετο και η ευπιστία του τον έριξαν στην παγίδα των Βουλγάρων. Είναι χαρακτηριστικό το δίστιχο για τον Αγρα του Παύλου Γυπάρη, συγγραφέως της βιογραφίας του Ελ. Βενιζέλου και αρχηγού ομάδας κατά τον Μακεδονικό Αγώνα:
” Να και τον Αγραν Αγαπητόν με τα πολλά του πάθη
με τους Βουλγάρους ήθελε να φιλιωθή κι εχάθη …”.
Βέβαια οι οραματιστές της ειρηνικής συμβίωσης των λαών πληρώνουν συνήθως με την ίδια τους τη ζωή τα υψηλόφρονα πιστεύματα τους. Εχουμε στη διεθνή σκηνή τα παραδείγματα των Μαχάτμα Γκάντι και Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Όμως η θυσία τους διόλου δεν απομειώνει τις ευγενικές τους και φιλάνθρωπες επιδιώξεις. Το αίμα τους μοιάζει να αρδεύει το αρχικά καχεκτικό δένδρο της πανανθρώπινης ειρήνης και της δικαιοσύνης, που σιγά – σιγά ισχυροποιείται, μεγεθύνεται και στο τέλος γίνεται σκέπη και σύμβολο ανθρωπιάς και πολιτισμού. Καμία θυσία δεν χάνεται και κανένας ειλικρινής αγωνιστής του καλού δεν πρέπει να απογοητεύεται και να εγκαταλείπει τον αγώνα του. Οι μάχες για την κατίσχυση των μεγάλων αξιών της ειρήνης και της ελευθερίας ενίοτε φαίνεται να χάνονται, όμως τον πόλεμο τελικά, κατά ιστορική νομοτέλεια, κερδίζει η ανθρωπότητα όλη, η παγκόσμια οικουμένη, που οι θυσίες των ευγενών και ηρωικών όπου γης τέκνων της, εμπλουτίζουν την ιστορία και συνιστούν βάθρα επί των οποίων οι άνθρωποι θεμελιώνουν την ποιότητα της ζωής τους. Το ίδιο συνέβη με τα δύο παλληκάρια που τιμάμε σήμερα. Πίστεψαν στην ανάγκη ειρηνικής επίλυσης των διαφορών των Ελλήνων Χριστιανών, με τους Βουλγάρους Χριστιανούς, δια της προσχωρήσεως όλων στην πλευρά της αλήθειας και της δικαιοσύνης, δηλαδή την ελληνική. Και τόλμησαν να διακινδυνεύσουν μια συνάντηση όσο κι αν αυτή περιέκλειε γι’ αυτούς θανάσιμη απειλή.
Η πορεία προς το σημείο της συνάντησης με τους Βουλγάρους για να συμφωνηθεί η συμφιλίωση με όλη της την τραγικότητα περιγράφεται από τον Θεόδ. Κανελόπουλο στο προαναφερθέν πόνημα του. Για τις 3 Ιουνίου του 1907 ήταν προκαθορισμένη η συνάντηση. Την προηγούμενη νύχτα πλάγιασαν στο σπίτι του Μίγγα ο Αγρας και τα άλλα πέντε παλληκάρια του, αλλά δεν κοιμήθηκαν. Η Αικατερίνη, μητέρα του Αντώνη Μίγγα, είχε την εντολή να τους ξυπνήσει πολύ πρωί, αλλά εκείνοι σηκώθηκαν ενωρίτερα. Δεν περιγράφεται η χαρά του Αγρα …;Την ώρα που έφευγαν για τη συνάντηση τραγουδούσε:
” Βοήθα Παναγιά μου να γλυτώσουμε,
Όσα καντήλια έχεις να τα χρυσώσουμε…”
Στα άλογα τους είχαν φορτώσει πολλά δώρα. Ούζο, σαρδέλες, λουκούμια, χαλβάδες, κρέατα, φαγητά και ψωμιά. Όλα αυτά προορίζονταν για το κοινό συμπόσιο με τους Βουλγάρους, για το γλεντοκόπι το οποίο θα ακολουθούσε έπειτα από το χαρμόσυνο γεγονός της συμφιλίωσης και της αγάπης …
Όμως οι Βούλγαροι είχαν επιμελώς αποκρύψει τη μπαμπεσιά τους. Ηθελαν να εξοντώσουν τον Αγρα, επειδή τους είχε κάνει μεγάλο κακό στα σχέδια τους και προσποιήθηκαν ότι στέργουν στην επιθυμία του για συμφιλίωση. Εκείνος ουσιαστικά πήγε άοπλος και έπεσε στην ενέδρα που του είχαν στήσει. Τον συνέλαβαν και μαζί με τον πιστό του φίλο Αντώνη Μίγγα τον ράπισαν, τον έδειραν, του ξέσκισαν τα ρούχα, τον διαπόμπευσαν στην περιοχή για να κάμψουν το φρόνημα των Ελλήνων, τον εξευτέλισαν δημόσια. Τρεις ημέρες κράτησαν τα μαρτύρια και στις 7 Ιουνίου του 1907 τον απαγχόνισαν πρώτα εκείνον και ύστερα τον Μίγγα.
Για τη θυσία των Αγρα και Μίγγα στην Εκθεση του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών ο Πρόξενος της Ελλάδος στην ακόμη οθωμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη Λάμπρος Κορομηλάς έγραψε:
«Εξωτερικόν – Απόρρητον:
Αρχηγός Άγρας Αγαπηνός επινοήσας έλθει συνεννόησιν προς Βουλγάρους οπλαρχηγούς χωρίς να ζητήσει ημετέραν άδειαν, χωρίς να ανακοινώσει πράγμα εις κανέναν εκ Νιαούστης, εξήλθεν Κυριακή πρωί άοπλος μηδένα των οπλιτών παραλαβών, συνοδευόμενος υπό τεσσάρων κοινών Ναουσαίων και ενός Βουλγάρου, προς συνάντησιν Βουλγάρων. Τρεις ώρας δυτικώς Νιαούστης παρά θέσιν Γαβράν, Κάμιν, συνήντησε πρώτον απόσπασμα βλαχοποιμενικόν, είτα σώμα Βουλγάρων Ζλατάνη και Γκεόργκι Κασάπτσε. Ούτοι επί δύο ώρες υπεκρίθησαν αισθήματα φιλίας μέχρις ου εφείσθησαν ότι αρχηγός ουδέν είχε λάβει προφυλακτικον μέτρον. Είτα συνέλαβον αυτόν και ένα, τον πιστότερον κατά κρίσιν των σύντροφον και απήγαγον. Τους άλλους απέλυσαν. Ολίγας ελπίδας έχω διασώσεως, παρ’; όλα αμέσως ληφθέντα μέτρα Κορομηλάς».
Δύο ημέρες μετά το τηλεγάφημα αυτό ο Πρόξενος απέστειλε προς το ΥΠΕΞ έτερον τηλεγράφημα, το εξής:
«10 Ιουνίου 1907.
Άγρας και είς οδηγός του εφονεύθησαν Πέμπτην υπό Βουλγάρων.
Λεπτομερείας ταχυδρομικώς εν σημερινώ ημερολογίω Κορομηλά».
Το ημερολόγιο ανέφερε: «Την Παρασκευήν πρωί, χωρικοί εκ Τεχόβου ερχόμενοι εις Βοδενά μετά τινος χωροφύλακος, εύρον εις διασταυρώσεις οδών αγουσών εις Σαρακίνοβο – Τέχοβο- Βουλκογιάνοβο και επί δένδρου καρυδίας κρεμάμενα δύο πτώματα. Ειδοποιήθη ο Καϊμακάμης Βοδενών (Εδέσσης) όστις μετέβη επί τόπου και η ταυτότης του Τώνη Μίγγα ανεγνωρίσθη υπό γνωριζόντων αυτόν χωρικών. Επί των πτωμάτων υπήρχεν επιγραφή εις Βουλγαρικήν. Εις μεν τον Άγραν: «Εκ Ναυπλίου γενικός αρχηγός σώματος Ναούσης συνεργαζόμενος με Τούρκους και Γκέκηδες, κατά το 88ον άρθρον του Κανονισμού του Κομιτάτου ετιμωρήθη». Επί δε του Μίγγα: «Αντώνιος Μίγγας, Ναουσαίος». Ο καϊμακάμης και ο Γιούσμπασης ήθελαν να ταφώσιν εν Τεχόβω, τη παρακλήσει όμως προσδραμόντων χωρικών εκ Βλαδόβου και μεσολαβήσει του παρισταμένου χριστιανού αστυνόμου Αλέκου, επετράπη η μεταφορά αυτών εις Βλάδοβον όπου και ετάφησαν, ψαλείσης της νεκρωσίμου ακολουθίας και παρισταμένων όλων των ορθοδόξων κατοίκων. Οι νεκροί εφωτογραφήθησαν. Δεν έφερον άλλας πληγάς πλην των εκ του σχοινίου εις τον λαιμόν και εις τας χείρας. Κατά πληροφορίας των εν Βοδενοίς, ο Αγρας από ημέρας της συλλήψεώς του δεν ηθέλησεν να φάγει τίποτε. Κορομηλάς».
Εις άλλο τηλεγράφημα ο Πρόξενος έγραψε:
“Τη 8η Ιουνίου 1907 το πτώμα του Αγρα και του μετ’ αυτού συλληφθέντος Τώνη (Μίγγα) ευρέθησαν εν τω δάσει του Βλαδόβου, παρά το Τέχοβον …  Ο Αγρας έπεσεν θύμα της αδικαιολογήτου αυτού εμπιστοσύνης εις ανθρώπους φαύλους και αναξίους. Νέος εξαίρετος διαπρέψας από της πρώτης στιγμής επί γενναιότητι και νοημοσύνη. Εγίνωσκον οι Βούλγαροι τι ήξιζε, διότι είχον ίδει αυτόν εκ του πλησίον, ότε εφώρμα ηγούμενος πάντοτε των ανδρών του εν τη λίμνη και καταλαμβάνων εξ εφόδου τα βουλγαρικά οχυρώματα’ ουδ’ αυτά τα τραύματα και αι πληγαί ανέκοψαν ποτέ την δράσιν του. Ητο πάντοτε επιφοβώτατος εις τους αντιπάλους του …
Δεν ετόλμων πλέον από καιρού να τον αντικρύσουν … Επενόησαν λοιπόν να έλθουν προς αυτόν εις διαπραγματεύσεις, υποκρινόμενοι ότι δέχονται συνεννόησιν προς κοινήν δράσιν, δέχονται συμμαχίαν, ίνα παύσωσι πλέον αι των χριστιανών αλληλοκτονίαι. Η πλήρης ευγενείας ψυχή του νέου Αγρα ήτο ανέκαθεν υπέρ της καταπαύσεως των ωμοτήτων, αι οποίαι ήνοιξαν το μεταξύ των χριστιανών χάσμα. Και ότε ήρξαντο ερχόμεναι αι υπό των κομιτατζήδων αποστελλόμεναι πρεσβείαι χωρικών φέρουσαι λόγους φιλίας και αγάπης προθύμως εδέχθη να έλθη εις διαπραγματεύσεις. Μη έχων εν εαυτώ δόλον δεν υπώπτευσε τον δόλον των Βουλγάρων … “. (αυτ. σελ. 188).
Από τις ιστορικές πηγές πληροφορούμεθα την τραγικήν αλήθειαν ως προς τις προθέσεις των Άγρα και Μίγγα.
Μία εβδομάδα μετά τον ηρωικό θάνατο του Άγρα δηλ. στις 14-06-1907 η εφημερίδα «Εμπρός» των Αθηνών στη σελ. 2 έγραφε: «Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ ΠΩΣ ΕΠΕΣΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΕΔΡΑΝ: Ελήφθησαν χθες ασφαλείς πληροφορίαι περί του τραγικού θανάτου του οπλαρχηγού Άγρα εν Μακεδονία. Ο Άγρας είχεν επιτύχει την συνενόησιν μετά του Βουλγάρου αρχηγού Ζλατάν δείξαντος διαθέσεις όπως εξυπηρετήσει τον Ελληνικόν αγώνα».
Βλέπομε λοιπόν ότι από την πρώτη δημοσίευση πού έγινε σχετικά μέ τον θάνατο του Άγρα αναφέρεται ότι ο λόγος της συνάντησης του Άγρα με τον Ζλατάν ήταν να «εξυπηρετήσει τον Ελληνικόν αγώνα», ο πρώην βοεβόδας του Βάλτου.
Στα 1908, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Άγρα κυκλοφόρησε το Μακεδονικό Ημερολόγιο 1908. Σ’ αυτό, ο φίλος του Άγρα, Μακεδονομάχος και αυτός, ο Κων. Μαζαράκης – Αινιάν (καπετάν Ακρίτας) γράφει νεκρολογία με τίτλο «Καπετάν Άγρας». Εκεί αναφέρει ότι ο σκοπός του Άγρα ήταν «να γυρίσει με τους Έλληνες τους κομιτατζήδες» και «νά παραδώσει εις την πίστιν (του Ελληνισμού) τα δηλητηριασμένα χωριά» όπως ονομάζει τα χωριά εκείνα των οποίων οι κάτοικοι είχαν παρασυρθεί από την Εξαρχική-Βουλγαρική προπαγάνδα».
Η δολοφονία του Άγρα και του φίλου του Μίγγα νομίστηκε ότι θα έκαμπτε το φρόνημα των Ελλήνων στη Μακεδονία, όταν μάλιστα η προπαγάνδα διέδιδε ότι έπεσαν σε μάχη …  Όμως η αλήθεια είχε μαθευτεί. Ολοι γνώριζαν ότι ο Αγρας έδειξε ανδρεία και πίστη στον συνάνθρωπο, κάτι που εκμεταλλεύτηκαν οι εχθροί του. Ολοι γνώριζαν ότι μαρτύρησε για τα ιδανικά του. Και όπως είπε ένας Μακεδονομάχος: ” Η κρεμάλα του Αγρα και του Μίγγα που πήγαιναν για συνεννόηση – και αυτό είχε φαρδιά μαθευτεί- ζημίωσε τη βουλγαρική υπόθεση στη Μακεδονία, παρ’ όλον ότι οι Βούλγαροι διέδωσαν ότι τους έπιασαν στη μάχη”.
Αγαπητοί μου,
Σας συγχαίρω που θυμάστε, σας συγχαίρω που διατηρείτε ακέραια την ιστορική μνήμη σας για τους ανθρώπους εκείνους που θυσιάστηκαν για να είσαστε και να είμαστε όλοι ελεύθεροι. Σας συγχαίρω που αποτίετε φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης προς τους ήρωες μας. Αυτό δείχνει χαρακτήρα, δείχνει ότι παρά τα κτυπήματα που δεχόμαστε ως Εθνος διατηρούμε την αυτογνωσία μας, την ιδιοπροσωπία μας, την ταυτότητα μας κι επιμένουμε στα ιδανικά του Γένους μας. Σας επαινώ και πρώτον τον Ποιμενάρχη σας, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Εδέσσης και Πέλλης κ. Ιωήλ για τη σημερινή εκδήλωση. Και σας παρακαλώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου: Μείνετε όρθιοι στις επάλξεις, σταθείτε και φυλάξτε τις εθνικές και θρησκευτικές μας παραδόσεις, διατηρείστε την ενότητα με τις ρίζες μας για να μην ξεραθεί η ψυχή σας, αλλά να είναι πάντα καρποφόρα.
Το μήνυμα τούτο προσλαμβάνει σήμερα ιδιάζον ειδικό βάρος για όλους τους Ελληνες και μάλιστα τους Μακεδόνες. Χωρίς να λησμονούμε, γνωρίζουμε. Αυτό είναι το χρέος μας, αυτό έχουμε διδαχθεί από την Ορθοδοξία μας και τον Ελληνισμό μας. Μπορεί να πικραινόμαστε για κάποιες συμπεριφορές εντός και εκτός της Ελλάδος. Όμως το θετικό είναι ότι είμαστε ενωμένοι στα ιδανικά του Εθνους και απέναντι σε κάθε επιβουλή. Γνωρίζουμε άριστα ότι από εμάς και τα παιδιά μας εξαρτάται η δικαίωση των θυσιών των ηρώων μας.
Και τέλος  για τον Αγρα ας πω τους σχετικούς στίχους του Γεωργίου Σουρή:
“Το νέο μάρτυρα θρηνώ
Τον Τέλλο τον Αγαπηνό
Και ποιος, και ποιος δεν πόνεσε για τον Αγαπηνό;
Μάρτυρες εφτερούγισαν από τον ουρανό
κι επήραν στις φτερούγες των το νέο παλληκάρι
στην πρώτη του την άνθιση, στην πρώτη του τη χάρη …
Και μαχητή και μάρτυρα τον έκλαψε το γένος’
κι είπα κι εγώ στα κόλλυβα μπροστά γονατισμένος:
Σαν βγαίνουν τέτοιοι πρόδρομοι μεγάλοι λευτεριάς
και γίνονται μνημόσυνα τέτοιας παλληκαριάς,
τότε μπορεί να μη γενή μνημόσυνο μια μέρα
και για την πανελεύθερη των εκλογών μητέρα”.
(Εφημ. “Ρωμηός”, φύλλο 23ης Ιουνίου 1907).
Αιωνία η μνήμη των ηρώων Τέλλου Αγρα – Αγαπηνού και Αντώνη Μίγγα!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Powered by WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: